Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοιχηματίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

στοιχηματίζω

  1. παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία