Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wager (en)

  1. το στοίχημα
  2. a wager of war: (από το ρήμα wage) - αυτός που διεξάγει πόλεμο

  ΡήμαΕπεξεργασία

wager (en)

  1. στοιχηματίζω (κυριολεκτικά)
  2. τολμώ να πω
    I'll wager that Johnson knows something about all this - πάω στοίχημα/τολμώ να πω ότι ο Τζόνσον κάτι ξέρει για όλα αυτά