Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκουπιδομάνι < σκουπίδι και -μάνι (πλήθος, από τη λατινική λέξη manus, χέρι αλλά και πλήθος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκουπιδομάνι ουδέτερο (άκλιτο)

  • πλήθος σκουπιδιών, σκουπιδαριό αλλά σε μεγάλη ποσότητα, πλήθος άχρηστων αντικειμένων, εγγράφων, ρούχων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία