Δείτε επίσης: ῥάμμα, Ράμμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ράμμα τα ράμματα
      γενική του ράμματος των ραμμάτων
    αιτιατική το ράμμα τα ράμματα
     κλητική ράμμα ράμματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράμμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥάμμα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾa.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ράμ‐μα
 
μετεγχειρητικά ράμματα στο χέρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράμμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα της ενέργειας του ράβω, ιδίως για τραύμα ή χειρουργική τομή που προκάλεσε λύση της συνέχειας του δέρματος
  2. το νήμα που χρησιμοποιήθηκε από έναν χειρουργό για να ράψει ένα τραύμα ή τομή
    ο γιατρός του είπε να ξαναπάει μετά από πέντε μέρες για να του κόψει τα ράμματα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • έχω ράμματα για τη γούνα σου: (συνήθως απειλητικά και, σπανιότερα, όχι απευθείας στο αναφερόμενο πρόσωπο αλλά μονολογώντας) ξέρω αρκετά επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος σου και πιθανόν να τα χρησιμοποιήσω για να ανταποδώσω αυτό που μου έκανες ή θα μου κάνεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία