Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυγμαίος οι πυγμαίοι
      γενική του πυγμαίου των πυγμαίων
    αιτιατική τον πυγμαίο τους πυγμαίους
     κλητική πυγμαίε πυγμαίοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυγμαίος < αρχαία ελληνική πυγμαῖος < πυγμή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυγμαίος αρσενικό (θηλυκό πυγμαία)

  1. μέλος αφρικανικής φυλής της οποίας οι ενήλικοι δεν ξεπερνούν σε ύψος το 1,5 μέτρο
    πυγμαία δάση
  2. πολύ κοντός άνθρωπος
    ο τύπος είναι κοντός σαν πυγμαίος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία