Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτερωτός < αρχαία ελληνική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτερωτός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία