Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η ποοφάγος το ποοφάγο
      γενική του/της ποοφάγου του ποοφάγου
    αιτιατική τον/την ποοφάγο το ποοφάγο
     κλητική ποοφάγε ποοφάγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ποοφάγοι τα ποοφάγα
      γενική των ποοφάγων των ποοφάγων
    αιτιατική τους/τις ποοφάγους τα ποοφάγα
     κλητική ποοφάγοι ποοφάγα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ποοφάγος < πό(α) + -ο- + -φάγος

  Επίθετο επεξεργασία

ποοφάγος, -ος, -ο

  Μεταφράσεις επεξεργασία