Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πονόλαιμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πονόλαιμος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
Ο Πάνος που έχει πονόλαιμο πίνει τσάι για να καταπραϋνει τον πόνο του.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία