Δείτε επίσης: πολύζυγος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολύζυγο τα πολύζυγα
      γενική του πολυζύγου
& πολύζυγου
των πολυζύγων
& πολύζυγων
    αιτιατική το πολύζυγο τα πολύζυγα
     κλητική πολύζυγο πολύζυγα
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύζυγο < πολυ- + ζυγός + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολύζυγο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία