Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πλοηγικός πλοηγική πλοηγικό
γενική πλοηγικού πλοηγικής πλοηγικού
αιτιατική πλοηγικό πλοηγική πλοηγικό
κλητική πλοηγικέ πλοηγική πλοηγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλοηγικοί πλοηγικές πλοηγικά
γενική πλοηγικών πλοηγικών πλοηγικών
αιτιατική πλοηγικούς πλοηγικές πλοηγικά
κλητική πλοηγικοί πλοηγικές πλοηγικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλοηγικός < πλοηγία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλοηγικός

  1. (ναυτικός όρος): ο σχετικός με την πλοηγία, ή με πλοηγό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία