Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιθάρι τα πιθάρια
      γενική του πιθαριού των πιθαριών
    αιτιατική το πιθάρι τα πιθάρια
     κλητική πιθάρι πιθάρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιθάρι < μεσαιωνική ελληνική πίθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πιθάρι ουδέτερο

  1. πήλινο σκεύος στο οποίο τοποθετούμε λάδι κλπ.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία