Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιβουλιά < μεσαιωνική ελληνική< πιβουλεύγω=γίνομαι δόλιος < αρχαία ελληνική επιβουλία < επιβουλεύομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πιβουλιά θηλυκό δόλος

Αντώνυμα

Ερωτόκριτος Α΄ 15, Γ΄236

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία