Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεντάωρος η πεντάωρη το πεντάωρο
      γενική του πεντάωρου της πεντάωρης του πεντάωρου
    αιτιατική τον πεντάωρο την πεντάωρη το πεντάωρο
     κλητική πεντάωρε πεντάωρη πεντάωρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεντάωροι οι πεντάωρες τα πεντάωρα
      γενική των πεντάωρων των πεντάωρων των πεντάωρων
    αιτιατική τους πεντάωρους τις πεντάωρες τα πεντάωρα
     κλητική πεντάωροι πεντάωρες πεντάωρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεντάωρος < πεντά- + -ωρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεντάωρος, -η, -ο

  1. που διαρκεί πέντε ώρες
    πεντάωρη στάση εργασίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία