Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρφουμαρισμένος η παρφουμαρισμένη το παρφουμαρισμένο
      γενική του παρφουμαρισμένου της παρφουμαρισμένης του παρφουμαρισμένου
    αιτιατική τον παρφουμαρισμένο την παρφουμαρισμένη το παρφουμαρισμένο
     κλητική παρφουμαρισμένε παρφουμαρισμένη παρφουμαρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρφουμαρισμένοι οι παρφουμαρισμένες τα παρφουμαρισμένα
      γενική των παρφουμαρισμένων των παρφουμαρισμένων των παρφουμαρισμένων
    αιτιατική τους παρφουμαρισμένους τις παρφουμαρισμένες τα παρφουμαρισμένα
     κλητική παρφουμαρισμένοι παρφουμαρισμένες παρφουμαρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρφουμαρισμένος < λείπει η ετυμολογία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παρφουμαρισμένος

  • αρωματισμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία