Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παρατράγουδο τα παρατράγουδα
      γενική του παρατράγουδου των παρατράγουδων
    αιτιατική το παρατράγουδο τα παρατράγουδα
     κλητική παρατράγουδο παρατράγουδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρατράγουδο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρατράγουδο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία