Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παραβατικός παραβατική παραβατικό
γενική παραβατικού παραβατικής παραβατικού
αιτιατική παραβατικό παραβατική παραβατικό
κλητική παραβατικέ παραβατική παραβατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραβατικοί παραβατικές παραβατικά
γενική παραβατικών παραβατικών παραβατικών
αιτιατική παραβατικούς παραβατικές παραβατικά
κλητική παραβατικοί παραβατικές παραβατικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραβατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παραβατικός -ή -ό

  • που αφορά έναν θεαματικό κόσμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία