Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαιοβιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική palaeobiology

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαιοβιολογία θηλυκό - (εξελικτική βιολογία)

  • κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη ζωικών και φυτικών μορφών παλαιότερων γεωλογικών εποχών


Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία