Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πάλλαξ πάλλακε πάλλακες
Γενική πάλλακος παλλάκοιν παλλάκων
Δοτική πάλλακι παλλάκοιν πάλλαξι(ν)
Αιτιατική πάλλακα πάλλακε πάλλακας
Κλητική πάλλαξ πάλλακε πάλλακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάλλαξ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάλλαξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. νεαρόςλίγο μικρότερος -ή από έφηβος-η
  2. εραστής, ερωμένη

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία