Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πάλα οι πάλες
      γενική της πάλας των παλών
    αιτιατική την πάλα τις πάλες
     κλητική πάλα πάλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάλα < ιταλική pala

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάλα θηλυκό

  1. το γιαταγάνι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία