Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
ππάλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ππάλα < τουρκικά pala < ιταλική pala

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ππάλα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία