Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pala (it)

  1. το φτυάρι
  2. τύπος σπαθιού
  3. οποιοδήποτε εργαλείο έχει μια πλατειά πλευρά και μοιάζει με φτυάρι.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pala < ιταλική pala

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pala (tr)



Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pala (fi)