↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ουρμπανισμός οι ουρμπανισμοί
      γενική του ουρμπανισμού των ουρμπανισμών
    αιτιατική τον ουρμπανισμό τους ουρμπανισμούς
     κλητική ουρμπανισμέ ουρμπανισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ουρμπανισμός < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ουρμπανισμός αρσενικό

  1. (χωροταξία) ο σχεδιασμός αναφορικά με την εδαφική επέκταση των πόλεων ή την οικοδομική διευθέτηση νέων περιοχών· η πολεοδομία
  2. (κοινωνιολογία) η μαζική συρροή πληθυσμού της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα, προς τις πόλεις
     συνώνυμα: αστυφιλία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία
  • Λήμμα «ουρμπανισμός», στο: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν (1935). Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, σελ. 2250.