Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ορθογωνικός ορθογωνική ορθογωνικό
γενική ορθογωνικού ορθογωνικής ορθογωνικού
αιτιατική ορθογωνικό ορθογωνική ορθογωνικό
κλητική ορθογωνικέ ορθογωνική ορθογωνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορθογωνικοί ορθογωνικές ορθογωνικά
γενική ορθογωνικών ορθογωνικών ορθογωνικών
αιτιατική ορθογωνικούς ορθογωνικές ορθογωνικά
κλητική ορθογωνικοί ορθογωνικές ορθογωνικά


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ορθογωνικός, -η, -ο

  • οτιδήποτε έχει σχήμα με όλες του τις γωνίες ορθές και επομένως μοιάζει με ορθογώνιο παραλληλόγραμμο [1]
    ※  Οι ψηφιακές φωτογραφικές εικόνες είναι το αποτέλεσμα της εικονοποίησης δυαδικών δεδομένων που περιγράφουν διακυμάνσεις φωτεινότητας (χρωμάτων) σε ένα καθορισμένο ορθογωνικό πλέγμα [2]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία