Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ογδοντάρης οι ογδοντάρηδες
      γενική του ογδοντάρη των ογδοντάρηδων
    αιτιατική τον ογδοντάρη τους ογδοντάρηδες
     κλητική ογδοντάρη ογδοντάρηδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογδοντάρης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ογδοντάρης αρσενικό

  1. που έχει ηλικία περίπου ογδόντα χρονών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία