Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξαστεριά οι ξαστεριές
      γενική της ξαστεριάς των ξαστεριών
    αιτιατική την ξαστεριά τις ξαστεριές
     κλητική ξαστεριά ξαστεριές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξαστεριά < μεσαιωνική ελληνική ξαστεριά < ἐξαστεριά[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksa.stɛˈɾʝa/
συλλαβισμός: ξα‐στε‐ριά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξαστεριά θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) η κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια
  2. (συνεκδοχικά) η καθαρή και ασυννέφιαστη νύχτα
  3. (μεταφορικά) η ελευθερία, όταν δεν θα σκεπάζει σαν σύννεφο τον ουρανό η σκλαβιά
    ※ Πότε θα κάμει ξαστεριά, / πότε θα φλεβαρίσει, / να πάρω το ντουφέκι μου, την έμορφη πατρόνα. (μουσική/στίχοι: παραδοσιακό, εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία