Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νυφοστόλι τα νυφοστόλια
      γενική
    αιτιατική το νυφοστόλι τα νυφοστόλια
     κλητική νυφοστόλι νυφοστόλια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νυφοστόλι < νύφη / νυφικό (επίθετο: της νύφης) + στόλισμα / στολίδι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νυφοστόλι ουδέτερο (λαογραφία) (λαϊκότροπο)

  1. εορταστικό, τελετουργικό στόλισμα του σπιτιού των μελλόνυμφων από ανύπαντρες κοπέλες, μερικές μέρες πριν το γάμο (εντάσσεται σε αυτό και το έθιμο του στρωσίματος του κρεβατιού του ζευγαριού)
  2. ο στολισμός της νύφης πριν την γαμήλια τελετή