Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νίψις < αρχαία ελληνική νίψις < νίπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νίψις θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία