Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεσόπορτα οι μεσόπορτες
      γενική της μεσόπορτας
    αιτιατική τη μεσόπορτα τις μεσόπορτες
     κλητική μεσόπορτα μεσόπορτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσόπορτα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσόπορτα θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία