Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεσόπορτα οι μεσόπορτες
      γενική της μεσόπορτας
    αιτιατική τη μεσόπορτα τις μεσόπορτες
     κλητική μεσόπορτα μεσόπορτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσόπορτα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσόπορτα θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία