Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμαροκονία < μάρμαρο και κονία ή κονίαμα για το μαρμαροκονίαμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρμαροκονία θηλυκό και μαρμαροκονίαμα ουδέτερο

  1. κονία / κονίαμα που περιέχει φύραμα ασβέστου και σε μικρό ποσοστό κονιορτοποιημένο μάρμαρο για την επίχριση τοίχων ώστε αυτοί να είναι λείοι ή και γυαλιστεροί μετά από στίλβωση και που μπορεί όμως να αποτελεί μίγμα και άλλων υλικών παρότι λέγεται μαρμαροκονία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία