Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρμίτα οι μαρμίτες
      γενική της μαρμίτας
    αιτιατική τη μαρμίτα τις μαρμίτες
     κλητική μαρμίτα μαρμίτες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμίτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική marmitta < γαλλική marmite < παλαιά γαλλική marmite < marmotter (< marmonner < λατινική murmuro < murmur) + mite
 
μαρμίτα στη φωτιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρμίτα θηλυκό

  1. (κουζινικά) είδος μετάλλινου μαγειρικού σκεύους, η χύτρα, η κατσαρόλα
  2. περίσσευμα φαγητού σε συσσίτιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία