Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαλάκυνση οι μαλακύνσεις
      γενική της μαλάκυνσης
& μαλακύνσεως
των μαλακύνσεων
    αιτιατική τη μαλάκυνση τις μαλακύνσεις
     κλητική μαλάκυνση μαλακύνσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαλάκυνση < μαλάκυνσις λέξη της καθαρεύουσας από την ελληνιστική κοινή (στην οποία σήμαινε παράλυση, εξασθένιση) για να αποδοθεί η γαλλική ramollissement

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαλάκυνση θηλυκό

  1. εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφαλικού ιστού, η οποία παρουσιάζεται στην τρίτη ηλικία και οφείλεται είτε σε αγγειακά προβλήματα που νεκρώνουν περιοχές του εγκεφάλου είτε σε άλλα αίτια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία