Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροσυγγενής < μακρινός και συγγενής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μακροσυγγενής αρσενικό ή θηλυκό

  • εκείνος με τον οποίο υπάρχεια συγγένεια, αλλά αυτή δεν είναι ούτε πρώτου ούτε δεύτερου βαθμού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία