Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαθητικός η μαθητική το μαθητικό
      γενική του μαθητικού της μαθητικής του μαθητικού
    αιτιατική τον μαθητικό τη μαθητική το μαθητικό
     κλητική μαθητικέ μαθητική μαθητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαθητικοί οι μαθητικές τα μαθητικά
      γενική των μαθητικών των μαθητικών των μαθητικών
    αιτιατική τους μαθητικούς τις μαθητικές τα μαθητικά
     κλητική μαθητικοί μαθητικές μαθητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαθητικός < μαθητής + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαθητικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ή ανήκει σε μαθητή ή προορίζεται γι αυτόν ή ταιριάζει σ' αυτόν
    η μαθητική ιδιότητα, τα μαθητικά θρανία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία