Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυπάμαι, παθητική φωνή του λυπώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.ˈpa.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

λυπάμαι/λυπούμαι, π.πρτ.: λυπόμουν(α), π.αόρ.: λυπήθηκα, μτχ.π.π.: λυπημένος, (ενεργ.: λυπώ)

  1. αισθάνομαι λύπη
     συνώνυμα: στεναχωριέμαι, θλίβομαι
    λυπάμαι που φεύγεις
  2. αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον
     συνώνυμα: σπλαχνίζομαι, συμπονώ
    τον λυπήθηκαν και του έδωσαν χρήματα
  3. υπολογίζω κάτι, με νοιάζει
    δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;
  4. δεν ξοδεύω
     συνώνυμα: τσιγκουνεύομαι
    λυπήθηκες το αλάτι και δεν έβαλες στο φαγητό;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία