↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιλιπούτειος η λιλιπούτεια το λιλιπούτειο
      γενική του λιλιπούτειου της λιλιπούτειας του λιλιπούτειου
    αιτιατική τον λιλιπούτειο τη λιλιπούτεια το λιλιπούτειο
     κλητική λιλιπούτειε λιλιπούτεια λιλιπούτειο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιλιπούτειοι οι λιλιπούτειες τα λιλιπούτεια
      γενική των λιλιπούτειων των λιλιπούτειων των λιλιπούτειων
    αιτιατική τους λιλιπούτειους τις λιλιπούτειες τα λιλιπούτεια
     κλητική λιλιπούτειοι λιλιπούτειες λιλιπούτεια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λιλιπούτειος < (λόγιο δάνειο) αγγλική lilliputian < Lilliput + -ειος, όνομα φανταστικής χώρας με ανθρώπους «6 ιντσών» στο μυθιστόρημα Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (Gulliver's Travels) του Ιρλανδού Τζόναθαν Σουίφτ (Jonathan Swift)

  Επίθετο

επεξεργασία

λιλιπούτειος, -α, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία