Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάμψις λάμψει λάμψεις
Γενική λάμψεως λαμψέοιν λάμψεων
Δοτική λάμψει λαμψέοιν λάμψεσι(ν)
Αιτιατική λάμψιν λάμψει λάμψεις
Κλητική λάμψι λάμψει λάμψεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάμψις < λάμπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lap- (λάμπω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάμψις θηλυκό

  1. λάμψη, ακτινοβολία
  2. (μεταφορικά) λαμπρότητα, αίγλη, δόξα