Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλουρος < αρχαία ελληνική κόλουρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κόλουρος

  1. (γεωμετρία) (για κώνο ή πυραμίδα) που έχει κομμένη την κορυφή από επίπεδο παράλληλο με τη βάση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλουρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κόλουρος

  1. που έχει κολοβή ή κομμένη ουρά, κολοβός