Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρηπίς θηλυκό

  1. είδος μπότας
  2. κρηπίδα, βάση οικοδομήματος (θεμέλιο)
  3. (μεταφορικά) βάση
  4. προκυμαία ή αποβάθρα ποταμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ρήσηΕπεξεργασία

«ὅταν δέ κρηπίς μή καταβληθῇ γένους ὀρθῶς, ἀνάγκη δυστυχεῖν τούς ἐκγόνους». Ευριπίδης, Ηρακλής μαινόμενος (1261-1262)