↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κρηπίς αἱ κρηπῖδες
      γενική τῆς κρηπῖδος τῶν κρηπίδων
      δοτική τῇ κρηπῖδ ταῖς κρηπῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κρηπῖδ τὰς κρηπῖδᾰς
     κλητική ! κρηπίς* κρηπῖδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κρηπῖδε
γεν-δοτ τοῖν  κρηπίδοιν
Με μακρό γιώτα στο θέμα -ίς -ῖδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «σφραγίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κρηπίς < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κρηπίς, -ῖδος θηλυκό

  1. (υπόδηση) είδος μπότας
  2. κρηπίδα, βάση οικοδομήματος (θεμέλιο)
  3. (μεταφορικά) βάση
  4. προκυμαία ή αποβάθρα ποταμού

Συγγενικά

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • «ὅταν δέ κρηπίς μή καταβληθῇ γένους ὀρθῶς, ἀνάγκη δυστυχεῖν τούς ἐκγόνους». Ευριπίδης, Ηρακλής μαινόμενος (1261-1262)