↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀπισθοκρηπίς αἱ ὀπισθοκρηπῖδες
      γενική τῆς ὀπισθοκρηπῖδος τῶν ὀπισθοκρηπίδων
      δοτική τῇ ὀπισθοκρηπῖδ ταῖς ὀπισθοκρηπῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ὀπισθοκρηπῖδ τὰς ὀπισθοκρηπῖδᾰς
     κλητική ! ὀπισθοκρηπίς* ὀπισθοκρηπῖδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀπισθοκρηπῖδε
γεν-δοτ τοῖν  ὀπισθοκρηπίδοιν
Με μακρό γιώτα στο θέμα -ίς -ῖδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «σφραγίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ὀπισθοκρηπίς < ὀπισθο- + κρηπίς

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ὀπισθοκρηπίς, -ῖδος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)