Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κραγιόν < γαλλική crayon (μολύβι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɾa.ˈʝɔn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κραγιόν ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία