Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοντόβραδο τα κοντόβραδα
      γενική του κοντόβραδου των κοντόβραδων
    αιτιατική το κοντόβραδο τα κοντόβραδα
     κλητική κοντόβραδο κοντόβραδα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντόβραδο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοντόβραδο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία