Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοινωνιολογία οι κοινωνιολογίες
      γενική της κοινωνιολογίας των κοινωνιολογιών
    αιτιατική την κοινωνιολογία τις κοινωνιολογίες
     κλητική κοινωνιολογία κοινωνιολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινωνιολογία < κοινωνιο- + -λογία, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sociologie[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.no.ni.o.loˈʝi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοινωνιολογία θηλυκό

  • (κοινωνιολογία): η επιστημονική μελέτη της συμπεριφοράς και δράσης μιας κοινωνίας καθώς και το εύρος των διαφόρων φαινομένων που συνοδεύουν αυτές, όπως εξέλιξη, θεσμοί, σύνθεση ή αποσύνθεση, οργάνωση και δυνάμεις διαμόρφωσής της.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία