↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κερκίδα οι κερκίδες
      γενική της κερκίδας των κερκίδων
    αιτιατική την κερκίδα τις κερκίδες
     κλητική κερκίδα κερκίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κερκίδα < αρχαία ελληνική κερκίς

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ceɾˈci.ða/
 
Η άρθρωση του καρπού: στο κάτω μέρος της εικόνας, η ωλένη και από πάνω η κερκίδα (1)
 
με μοβ χρώμα, δύο κερκίδες (2)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κερκίδα θηλυκό

  1. (ανατομία) το ένα από τα δύο οστά του πήχυ του χεριού, που ξεκινά από τον αγκώνα και φτάνει στον καρπό, στην πλευρά του αντίχειρα
  2. τμήμα του κοίλου του αρχαίου θεάτρου, μεταξύ δύο κλιμάκων
  3. τμήμα των θέσεων για τους θεατές σε ένα γήπεδο
  4. οι θεατές που υποστηρίζουν την ίδια ομάδα και παρακολουθούν τον αγώνα καθισμένοι όλοι στην ίδια πλευρά του γηπέδου


Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία