Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική καταστατικός καταστατική καταστατικό
γενική καταστατικού καταστατικής καταστατικού
αιτιατική καταστατικό καταστατική καταστατικό
κλητική καταστατικέ καταστατική καταστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταστατικοί καταστατικές καταστατικά
γενική καταστατικών καταστατικών καταστατικών
αιτιατική καταστατικούς καταστατικές καταστατικά
κλητική καταστατικοί καταστατικές καταστατικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταστατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καταστατικός

  1. αυτός που αναφέρεται σε μια κατάσταση
  2. αυτός που ρυθμίζει μια κατάσταση, συνήθως δια της επιβολής κανόνων λειτουργίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • καταστατικός χάρτης : το σύνταγμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία