Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθαίρεση < καθαιρώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθαίρεση θηλυκό

  1. η στέρηση αξιώματος, ο υποβιβασμός, το ξήλωμα
    Το Πατριαρχείο αποφάσισε την καθαίρεση ενός επισκόπου
  2. το κατέβασμα, η αφαίρεση, η απομάκρυνση μιας κατασκευής, τμήματος κτιρίου κ.λπ.
    Ο δήμος προχώρησε στην καθαίρεση διαφημιστικών πινακίδων από κοινόχρηστους χώρους.
    Χτες έγινε καθαίρεση των ορόφων του κτίσματος, με διατήρηση της εξωτερικής όψης.
    Ως πιο αποτελεσματική μέθοδος για την πλήρη καθαίρεση του εργοστασίου, επιλέχτηκε το γκρέμισμα κάθε πτέρυγας με μια αιωρούμενη σιδερένια μπάλα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία