Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καζάρμα οι καζάρμες
      γενική της καζάρμας
    αιτιατική την καζάρμα τις καζάρμες
     κλητική καζάρμα καζάρμες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καζάρμα < ιταλική caserma < casa di arma

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καζάρμα θηλυκό

Τα ισόγεια της δημαρχίας... τα οποία εχρησίμευον ως καζάρμα... (Η Φόνισσα, Παπαδιαμάντης).

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία