Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θεώρηση οι θεωρήσεις
      γενική της θεώρησης
& θεωρήσεως
των θεωρήσεων
    αιτιατική τη θεώρηση τις θεωρήσεις
     κλητική θεώρηση θεωρήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεώρηση < αρχαία ελληνική θεώρησις (θεωρία, άποψη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεώρηση θηλυκό

  1. επίσημη σφραγίδα ή υπογραφή που τίθεται σε έγγραφο για επικύρωση ή έλεγχο
  2. εξέταση και έγκριση ενός κειμένου ή εγγράφου
  3. δοξασία ή γνώμη συχνά εκφρασμένη μακροσκελώς ως θεωρία πεποίθησης
    1. μία πιθανή εκδοχή σε ζήτημα ή φαινόμενο, σκοπιά
    2. κοσμοθεωρία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία