Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ημίκλαστος < ημί + κλαστός (< κλάω), τεθραυσμένος, "τσακισμένος".

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ημίκλαστος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία