Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἡμίθεος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ημίθεος οι ημίθεοι
      γενική του ημίθεου των ημίθεων
    αιτιατική τον ημίθεο τους ημίθεους
     κλητική ημίθεε ημίθεοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ημίθεος < αρχαία ελληνική ἡμίθεος < ἡμί- + θεός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ημίθεος αρσενικό

  1. (μυθολογία) ήρωας που γεννήθηκε από την ένωση θεού με άνθρωπο
    Στην ελληνική μυθολογία, ο ημίθεος Ηρακλής, γιος του Δία, εκτέλεσε 12 άθλους: μια ντουζίνα απίστευτα δύσκολες και άκρως επικίνδυνες αποστολές. (*)
  2. (μεταφορικά) άντρας εξαιρετικής ανδρείας ή ομορφιάς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία