Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζιφιός οι ζιφιοί
      γενική του ζιφιού των ζιφιών
    αιτιατική τον ζιφιό τους ζιφιούς
     κλητική ζιφιέ ζιφιοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζιφιός < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική ziphius < αρχαία ελληνική ξίφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζιφιός αρσενικό

  • (ιχθυολογία) (ζωολογία) είδος φάλαινας (Ziphius cavirostris)
    Ένα είδος φάλαινας, ο ζιφιός, έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ κατάδυσης από θηλαστικό, μένοντας κάτω από το νερό επί δύο ώρες και 17 λεπτά και μάλιστα σε μεγάλα βάθη, σχεδόν τριών χιλιομέτρων, κατακτώντας έτσι το «χρυσό μετάλλιο» στις θαλάσσιες καταδύσεις. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία